ανεμόσκαλα

ανεμόσκαλα
η лестница (приставная или верёвочная)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Смотреть что такое "ανεμόσκαλα" в других словарях:

  • ανεμόσκαλα — η μετακινητή σκάλα ξύλινη ή σχοινένια: Του ριξαν την ανεμόσκαλα για να ανεβεί …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανεμόσκαλα — η σκοινένια σκάλα με σκαλοπάτια από σκοινί ή ξύλο …   Dictionary of Greek

  • Μαρωνίτης, Δημήτριος — (Θεσσαλονίκη 1929 –). Φιλόλογος, κριτικός της νεοελληνικής λογοτεχνίας και πανεπιστημιακός. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (στο οποίο αναγορεύτηκε διδάκτορας) και μετεκπαιδεύτηκε στα πανεπιστήμια Μάιντς …   Dictionary of Greek

  • άνεμος — ο (AM ἄνεμος) 1. ρεύμα αέρα που προκαλείται απο φυσικά αίτια, βίαιη μετακίνηση του αέρα προς μια κατεύθυνση 2. μτφ. άσκοπη ασχολία, ματαιοπονία, ματαιότητα μσν. νεοελλ. (κατ’ ευφημισμό) διάβολος, δαίμονας νεοελλ. φρ. «πάει κατ’ ανέμου» ή «πάει τ’ …   Dictionary of Greek

  • διαστήρ — και διαστέρας, ο (Α διαστήρ) νεοελλ. ο αμφιαστέρας αρχ. ανεμόσκαλα …   Dictionary of Greek

  • περίπτυκτος — ύκτη, ον, Α [περιπτύσσω] 1. αυτός που είναι δυνατόν να διπλωθεί ολόγυρα, διπλωτός 2. φρ. «περιπτύκτη ἐξαιρῑτις» η ανεμόσκαλα …   Dictionary of Greek

  • περιαιρετός — ή, ό / περιαιρετός, ή, όν, ΝΑ [περιαιρώ] αυτός τον οποίο μπορεί να αποσπάσει κανείς από το σημείο που είναι προσαρμοσμένος (α. «περιαιρετή κλίμακα» η ανεμόσκαλα β. «τῆς Ἀθηνᾱς τὸ ἄγαλμα τὸν περιαιρετὸν ἀποδύσας κόσμον», Παυσ.) …   Dictionary of Greek

  • σχοινοκλίμακα — η, Ν σκάλα από σχοινί, ανεμόσκαλα. [ΕΤΥΜΟΛ. < σχοίνος / σχοινί + κλίμακα «σκάλα». Η λ., στον λόγιο τ. σχοινοκλῖμαξ, μαρτυρείται από το 1837 στον Γ. Θ. Παγώνα] …   Dictionary of Greek

  • ζεύγος βάσης — Ζευγάρι συνδεδεμένων βάσεων νουκλεοτιδίων, οι οποίες αλληλεπιδρούν μέσω δεσμών υδρογόνου και σχηματίζουν μια σειρά στη –σαν ανεμόσκαλα– δομή του DNA. Η ανάπτυξη δεσμών πραγματοποιείται μεταξύ των βάσεων αδενίνης θυμίνης και γουανίνης κυτοσίνης.… …   Dictionary of Greek

  • Κουλούρης, Χρήστος — (Λαμία 1924 –). Εκπαιδευτικός και λογοτέχνης. Σπούδασε στη Μαράσλειο Παιδαγωγική Ακαδημία Αθηνών. Σταδιοδρόμησε ως δάσκαλος και παράλληλα ασχολήθηκε με τη λογοτεχνία. Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1943 με την ποιητική… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»